Υπάρχουν απόψεις που μπορούν να ειπωθούν εύκολα και υπάρχουν και απόψεις που, πριν τις υποστηρίξεις, πρέπει να είσαι έτοιμος να ανοίξεις μεγάλη συζήτηση.
Το να χαρακτηρίσει κάποιος τον Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ ως τον καλύτερο προπονητή που έχει περάσει ποτέ από το ελληνικό ποδόσφαιρο ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Από τους ελληνικούς πάγκους έχουν περάσει τεράστιες προσωπικότητες. Προπονητές που κατέκτησαν πρωταθλήματα, δημιούργησαν δυναστείες, άλλαξαν ομάδες, έφεραν νέες ποδοσφαιρικές ιδέες και άφησαν το αποτύπωμά τους για δεκαετίες. Ο Ντούσαν Μπάγεβιτς, ο Ερνέστο Βαλβέρδε, ο Ραζβάν Λουτσέσκου, ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς και πολλοί ακόμη έχουν γράψει σημαντικές σελίδες στην ιστορία των ελληνικών συλλόγων.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα για όλους όταν η συζήτηση φτάνει στον Μεντιλίμπαρ.
Κανένας τους δεν έκανε αυτό που έκανε εκείνος.
Ο Βάσκος ήρθε στον Ολυμπιακό τον Φεβρουάριο του 2024, σε μια περίοδο στην οποία η σεζόν έμοιαζε περισσότερο με προσπάθεια διάσωσης παρά με αφετηρία για κάτι ιστορικό. Λίγους μήνες αργότερα, είχε οδηγήσει τον Ολυμπιακό στην κατάκτηση του UEFA Europa Conference League, του πρώτου μεγάλου ευρωπαϊκού τίτλου που κατέκτησε ελληνική ανδρική ποδοσφαιρική ομάδα.
Την επόμενη σεζόν κατέκτησε πρωτάθλημα και Κύπελλο Ελλάδας, ολοκληρώνοντας το νταμπλ στα 100 χρόνια του Ολυμπιακού. Ακολούθησε και το Super Cup, ενώ τη σεζόν 2025/26 οδήγησε την ομάδα μέχρι τα playoffs του Champions League, έχοντας προηγουμένως περάσει από τη League Phase με ιστορικό διπλό επί του Άγιαξ στο Άμστερνταμ.
Μπορεί λοιπόν κάποιος να διαφωνήσει με τον τίτλο.
Δύσκολα όμως μπορεί να τον χαρακτηρίσει υπερβολικό χωρίς πρώτα να εξετάσει τα επιχειρήματα.
Αυτοί είναι οι 10 λόγοι για τους οποίους ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ μπορεί πλέον να διεκδικεί τον τίτλο του κορυφαίου προπονητή που εργάστηκε ποτέ στην Ελλάδα.
1. Γιατί έκανε αυτό που δεν είχε κάνει κανένας άλλος: κατέκτησε ευρωπαϊκό τρόπαιο
Μερικές φορές ένα επίτευγμα είναι τόσο μεγάλο ώστε από μόνο του αλλάζει ολόκληρη τη συζήτηση.
Στις 29 Μαΐου 2024 ο Ολυμπιακός νίκησε τη Φιορεντίνα με 1-0 στην παράταση και κατέκτησε το Conference League.
Δεν ήταν απλώς ένας ακόμη τίτλος στην τεράστια τροπαιοθήκη ενός συλλόγου.
Ήταν η πρώτη μεγάλη ευρωπαϊκή διοργάνωση ανδρών της UEFA που κατέκτησε ελληνική ομάδα.
Για δεκαετίες το ελληνικό ποδόσφαιρο είχε μεγάλες ευρωπαϊκές βραδιές. Είχε πορείες, προημιτελικά, ημιτελικά, τον τελικό του Παναθηναϊκού στο Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1971, συγκλονιστικές προκρίσεις και μεγάλες νίκες.
Αλλά το τρόπαιο έλειπε.
Ο Μεντιλίμπαρ έγινε ο προπονητής που έσπασε αυτή την ιστορική οροφή.
Και μάλιστα δεν το έκανε έχοντας αναλάβει έναν Ολυμπιακό που είχε σχεδιαστεί για χρόνια από τον ίδιο. Δεν είχε πραγματοποιήσει την καλοκαιρινή προετοιμασία, δεν είχε επιλέξει ολόκληρο το ρόστερ και δεν είχε μήνες στη διάθεσή του για να περάσει τη φιλοσοφία του.
Ανέλαβε μέσα στη σεζόν.
Άλλαξε την ψυχολογία.
Απλοποίησε το ποδόσφαιρο της ομάδας.
Έδωσε συγκεκριμένους ρόλους.
Και την οδήγησε εκεί όπου δεν είχε φτάσει ποτέ ελληνικός σύλλογος σε επίπεδο κατάκτησης μεγάλου ευρωπαϊκού τίτλου.
Όταν συγκρίνεις προπονητές διαφορετικών εποχών, τα πρωταθλήματα μπορούν να συζητηθούν. Οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, οι αντίπαλοι διαφορετικοί, τα budgets διαφορετικά.
Υπάρχουν όμως επιτεύγματα που λειτουργούν σαν ιστορικά ορόσημα.
Το Conference League του 2024 είναι ένα από αυτά.
Και την υπογραφή στον πάγκο την έχει ο Μεντιλίμπαρ.
2. Γιατί δεν κέρδισε την Ευρώπη από τύχη – απέκλεισε την Άστον Βίλα με συνολικό 6-2
Το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να κάνει κάποιος όταν αναλύει εκείνη την ευρωπαϊκή πορεία είναι να τη χαρακτηρίσει απλώς «ένα ποδοσφαιρικό θαύμα».
Τα θαύματα συνήθως περιλαμβάνουν τεράστια δόση τύχης.
Ο Ολυμπιακός του Μεντιλίμπαρ όμως δεν έφτασε στον τελικό κλεισμένος στην περιοχή του, περιμένοντας ένα τυχαίο γκολ.
Το καλύτερο παράδειγμα είναι η Άστον Βίλα.
Μια ομάδα Premier League, με πολλαπλάσια οικονομική δύναμη, εξαιρετικό ρόστερ και προπονητή τον Ουνάι Έμερι.
Ο Ολυμπιακός την κέρδισε 4-2 μέσα στην Αγγλία και 2-0 στον Πειραιά.
Συνολικό σκορ: 6-2.
Η ίδια η UEFA στην ανάλυσή της επισήμανε την αποτελεσματικότητα του Ολυμπιακού, το pressing και τον τρόπο με τον οποίο η ομάδα του Μεντιλίμπαρ κατάφερε να διαταράξει την ανάπτυξη της Άστον Βίλα.
Αυτό έχει τεράστια σημασία.
Γιατί ο Μεντιλίμπαρ δεν έπεισε απλώς τους παίκτες του ότι μπορούσαν να ανταγωνιστούν έναν πλουσιότερο αντίπαλο.
Τους έδωσε έναν τρόπο να τον νικήσουν.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό ενός κορυφαίου προπονητή: να μετατρέπει τη θεωρητική πιθανότητα σε εφαρμόσιμο αγωνιστικό σχέδιο.
Ο Ολυμπιακός απέναντι στην Άστον Βίλα δεν έμοιαζε με μικρή ομάδα που παρακαλούσε να περάσουν τα λεπτά.
Έμοιαζε με ομάδα που ήξερε ακριβώς πού μπορούσε να χτυπήσει τον αντίπαλο.
Αυτό δεν είναι τύχη.
Είναι coaching.
3. Γιατί χρειάστηκε ελάχιστο χρόνο για να αλλάξει τα πάντα
Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο υπάρχει μια μόνιμη δικαιολογία για κάθε νέο προπονητή:
«Χρειάζεται χρόνο».
Συνήθως είναι σωστή.
Ένας προπονητής χρειάζεται μεταγραφές, προετοιμασία, καθημερινές προπονήσεις, φιλικά, δοκιμές, διορθώσεις και έναν ολόκληρο κύκλο αγώνων μέχρι να φανεί πραγματικά η δουλειά του.
Ο Μεντιλίμπαρ όμως ανέλαβε τον Ολυμπιακό τον Φεβρουάριο του 2024.
Μπήκε ουσιαστικά σε ένα κινούμενο τρένο.
Και μέσα σε περίπου τρεισήμισι μήνες είχε κατακτήσει ευρωπαϊκό τρόπαιο.
Αυτό είναι ακραία δύσκολο.
Έπρεπε να καταλάβει μέσα σε λίγες εβδομάδες ποιοι παίκτες μπορούσαν να υπηρετήσουν το ποδόσφαιρό του, ποιοι συνδυασμοί λειτουργούσαν, τι έπρεπε να διορθωθεί και –ακόμη σημαντικότερο– πώς θα άλλαζε τη νοοτροπία μιας ομάδας που είχε ήδη περάσει από έντονη αγωνιστική αστάθεια.
Ο Μεντιλίμπαρ δεν προσπάθησε να αποδείξει ότι είναι ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα σχεδιάζοντας κάτι υπερβολικά σύνθετο.
Έκανε το αντίθετο.
Απλοποίησε.
Έβαλε ένταση.
Ζήτησε πίεση.
Απαίτησε κάθετες επιθέσεις.
Έφερε την ομάδα πιο ψηλά στο γήπεδο.
Δημιούργησε ξεκάθαρους ρόλους.
Η UEFA περιέγραφε τότε το ποδόσφαιρό του ως επιθετικό, άμεσο και βασισμένο σε μια straightforward προσέγγιση που ταίριαξε ιδανικά στο συγκεκριμένο σύνολο.
Ο μεγάλος προπονητής δεν είναι αυτός που χρειάζεται οι παίκτες να προσαρμοστούν επί έναν χρόνο στις ιδέες του.
Ο πραγματικά μεγάλος καταλαβαίνει γρήγορα τι έχει στα χέρια του και δημιουργεί την καλύτερη δυνατή ομάδα από αυτό.
Ο Μεντιλίμπαρ το έκανε σε χρόνο ρεκόρ.
4. Γιατί απέδειξε ότι το Conference League δεν ήταν πυροτέχνημα
Η δυσκολότερη χρονιά μετά από μια τεράστια επιτυχία είναι συνήθως η επόμενη.
Μετά το Conference League, ο Μεντιλίμπαρ θα μπορούσε να είχε παραμείνει για πάντα ο προπονητής της μίας μυθικής πορείας.
Δεν συνέβη.
Τη σεζόν 2024/25 ο Ολυμπιακός κατέκτησε το πρωτάθλημα και το Κύπελλο Ελλάδας.
Και όχι οποιαδήποτε χρονιά.
Στα 100 χρόνια από την ίδρυση του συλλόγου.
Το πρωτάθλημα εξασφαλίστηκε μαθηματικά πριν ολοκληρωθούν τα playoffs, ενώ στον τελικό του Κυπέλλου ο Ολυμπιακός νίκησε τον ΟΦΗ με 2-0 και ολοκλήρωσε το 19ο νταμπλ της ιστορίας του.
Εδώ ακριβώς το επιχείρημα υπέρ του Μεντιλίμπαρ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να δημιουργήσεις μια εκπληκτική πορεία knockout αγώνων και άλλο να αποδείξεις σε βάθος μιας ολόκληρης σεζόν ότι μπορείς να δημιουργήσεις την καλύτερη ομάδα της χώρας.
Το πρωτάθλημα απαιτεί διαφορετικές αρετές.
Σταθερότητα.
Διαχείριση αποδυτηρίων.
Rotation.
Αντοχή στις κακές περιόδους.
Νίκες απέναντι σε κλειστές άμυνες.
Διαχείριση ντέρμπι.
Πίεση κάθε εβδομάδα.
Ο Μεντιλίμπαρ απέδειξε ότι μπορεί να κάνει και τα δύο.
Knockout football και marathon football.
Ευρώπη και Ελλάδα.
Τελικούς και πρωταθλητισμό.
Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε έναν προπονητή που έζησε μια μεγάλη στιγμή και σε έναν προπονητή που δημιουργεί εποχή.
5. Γιατί έκανε το δύσκολο να φαίνεται απλό
Υπάρχουν προπονητές που θέλουν το ποδόσφαιρο να μοιάζει με επιστημονική διάλεξη.
Και υπάρχει ο Μεντιλίμπαρ.
Η φιλοσοφία του δεν βασίζεται στην ανάγκη να εντυπωσιάσει θεωρητικά.
Βασίζεται στην αποτελεσματικότητα.
Οι ομάδες του θέλουν να παίζουν ψηλά, να πιέζουν τον αντίπαλο, να κερδίζουν δεύτερες μπάλες, να μεταφέρουν γρήγορα το παιχνίδι προς την αντίπαλη περιοχή και να δημιουργούν συνεχώς συνθήκες πίεσης.
Ακούγεται απλό.
Δεν είναι.
Για να λειτουργήσει απαιτεί εξαιρετικό συγχρονισμό.
Όταν η άμυνα ανεβαίνει, πρέπει να ανεβαίνει όλη η ομάδα.
Όταν ξεκινά το pressing, πρέπει να συμμετέχουν όλοι.
Όταν κερδίζεται η μπάλα, πρέπει η πρώτη σκέψη να είναι επιθετική.
Ο Μεντιλίμπαρ πέτυχε να μετατρέψει αυτή τη φιλοσοφία σε δεύτερη φύση για τους παίκτες του.
Και ίσως εκεί βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες προπονητικές του αρετές.
Οι ποδοσφαιριστές δεν φαίνονται εγκλωβισμένοι μέσα σε ένα σύστημα.
Φαίνονται να ξέρουν τι πρέπει να κάνουν.
Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο.
Ένας προπονητής μπορεί να διαθέτει το πιο περίπλοκο tactical playbook του κόσμου. Αν οι ποδοσφαιριστές του χρειάζονται τρία δευτερόλεπτα για να αποφασίσουν τι πρέπει να κάνουν, το πλεονέκτημα έχει ήδη χαθεί.
Ο Μεντιλίμπαρ δημιουργεί ομάδες που λειτουργούν περισσότερο με αντανακλαστικά.
Και το ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου παίζεται τελικά σε κλάσματα δευτερολέπτου.
6. Γιατί ξέρει να μετατρέπει καλούς παίκτες σε πρωταγωνιστές
Μεγάλες ομάδες δεν δημιουργούνται μόνο με μεγάλες μεταγραφές.
Δημιουργούνται όταν ένας προπονητής καταφέρνει να πάρει από κάθε ποδοσφαιριστή κάτι περισσότερο από αυτό που έδειχνε μέχρι τότε.
Ο Αγιούμπ Ελ Κααμπί αποτελεί το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα.
Στην πορεία προς το Conference League πέτυχε 11 γκολ στη διοργάνωση, μετατρεπόμενος στον απόλυτο εκτελεστή του Ολυμπιακού.
Αλλά το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε έναν ποδοσφαιριστή.
Ο Ροντινέι βρήκε ρόλους στους οποίους μπορούσε να επηρεάζει διαρκώς το παιχνίδι.
Ο Έσε εξελίχθηκε σε κεντρικό γρανάζι του pressing.
Ο Τζολάκης μεγάλωσε μέσα από ευρωπαϊκές βραδιές τεράστιας πίεσης.
Ο Τσικίνιο απέκτησε κομβικό ρόλο στη σύνδεση των γραμμών.
Νεότεροι Έλληνες ποδοσφαιριστές πήραν χώρο και ευθύνη.
Και αυτό συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια.
Ο καλός προπονητής χρησιμοποιεί τους καλύτερους παίκτες του.
Ο κορυφαίος προπονητής δημιουργεί περισσότερους καλούς παίκτες μέσα από την ίδια την ομάδα του.
Αυτή η διαφορά είναι τεράστια.
Η δουλειά του Μεντιλίμπαρ δεν αποτυπώνεται μόνο στα τρόπαια.
Αποτυπώνεται και στην αξία που αποκτούν οι παίκτες μέσα στο αγωνιστικό του μοντέλο.
7. Γιατί έχει το σπάνιο χάρισμα να κάνει τους ποδοσφαιριστές να πιστεύουν
Η τακτική μπορεί να αναλυθεί με αριθμούς.
Η ψυχολογία όχι τόσο εύκολα.
Και όμως, στην περίπτωση του Μεντιλίμπαρ ίσως είναι εξίσου σημαντική.
Σκεφτείτε τι χρειάστηκε για να μπει ο Ολυμπιακός στο Villa Park απέναντι σε μία από τις ισχυρότερες αγγλικές ομάδες εκείνης της περιόδου και να παίξει σαν να θεωρεί απολύτως φυσιολογικό ότι μπορεί να κερδίσει.
Δεν αρκεί να σχεδιάσεις το παιχνίδι.
Πρέπει οι ποδοσφαιριστές σου να πιστεύουν στο σχέδιο.
Το μεγαλύτερο επίτευγμα των κορυφαίων προπονητών είναι πολλές φορές αόρατο.
Είναι η στιγμή που μια ομάδα περνά από το:
«Μπορούμε άραγε να τους κερδίσουμε;»
στο:
«Γιατί να μην τους κερδίσουμε;»
Ο Μεντιλίμπαρ άλλαξε αυτή τη νοοτροπία στον Ολυμπιακό.
Και το έκανε χωρίς μεγάλα λόγια.
Χωρίς θεατρικότητα.
Χωρίς να δημιουργεί γύρω από τον εαυτό του μύθο μεγαλύτερο από την ομάδα.
Η προσωπικότητά του είναι σχεδόν αντιστάρ.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό φαίνεται να λειτουργεί.
Το μήνυμα προς τους παίκτες είναι απλό:
Δουλειά, ένταση, θάρρος, πειθαρχία.
Και όταν η ομάδα αρχίζει να κερδίζει μεγάλους αγώνες, η πίστη ενισχύεται ακόμη περισσότερο.
Έτσι δημιουργούνται τα winning cultures.
8. Γιατί απέδειξε ότι μπορεί να κερδίσει με διαφορετικούς τρόπους
Υπάρχει μία παρεξήγηση γύρω από τον Μεντιλίμπαρ.
Επειδή οι ομάδες του είναι άμεσες και επιθετικές, ορισμένοι θεωρούν ότι γνωρίζει μόνο έναν τρόπο παιχνιδιού.
Ο τελικός με τη Φιορεντίνα απέδειξε ακριβώς το αντίθετο.
Ο Ολυμπιακός δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει έναν ευρωπαϊκό τελικό σαν έναν οποιονδήποτε αγώνα πρωταθλήματος.
Χρειάστηκε υπομονή.
Συγκέντρωση.
Αμυντική πειθαρχία.
Διαχείριση του ρυθμού.
Αντοχή για 120 λεπτά.
Η τεχνική ανάλυση της UEFA μετά τον τελικό στάθηκε μεταξύ άλλων στην αμυντική οργάνωση του Ολυμπιακού, στη μονομαχία για τον έλεγχο των σέντρων και στον επιθετικό πραγματισμό της ομάδας.
Αυτό είναι σημαντικό γιατί δείχνει προπονητική ωριμότητα.
Ένας δογματικός προπονητής λέει:
«Αυτό είναι το ποδόσφαιρό μου και θα το παίξω ό,τι κι αν συμβεί».
Ένας πραγματικά κορυφαίος προπονητής λέει:
«Αυτή είναι η ταυτότητά μου, αλλά σήμερα πρέπει να βρούμε τον τρόπο να κερδίσουμε αυτό το συγκεκριμένο παιχνίδι».
Ο Μεντιλίμπαρ έχει ταυτότητα χωρίς να γίνεται αιχμάλωτός της.
Και στους τελικούς αυτό είναι ανεκτίμητο.
9. Γιατί η ευρωπαϊκή επιτυχία του δεν σταμάτησε στο Conference League
Εάν η ευρωπαϊκή ιστορία του Μεντιλίμπαρ στον Ολυμπιακό είχε τελειώσει τον Μάιο του 2024, πάλι θα ήταν αρκετή για να τον βάλει στη συζήτηση των μεγαλύτερων.
Δεν τελείωσε όμως εκεί.
Τη σεζόν 2025/26 ο Ολυμπιακός κατάφερε να προκριθεί από τη League Phase του Champions League και να φτάσει στα playoffs της διοργάνωσης.
Μάλιστα, η πρόκριση επισφραγίστηκε με νίκη 2-1 επί του Άγιαξ στο Άμστερνταμ, έπειτα από τρεις συνεχόμενες νίκες απέναντι σε Καϊράτ, Μπάγερ Λεβερκούζεν και Άγιαξ. Σύμφωνα με τον Ολυμπιακό, ήταν η πρώτη φορά που ελληνική ομάδα προκρίθηκε στην επόμενη φάση μέσα από το νέο σύστημα της League Phase του Champions League.
Αργότερα ήρθε ο αποκλεισμός από τη Λεβερκούζεν στα playoffs.
Και τη συγκεκριμένη σεζόν δεν ήρθε το πρωτάθλημα: ο Ολυμπιακός ολοκλήρωσε το 2025/26 στη δεύτερη θέση πίσω από την ΑΕΚ.
Αυτό όμως κάνει την αποτίμηση του Μεντιλίμπαρ πιο ενδιαφέρουσα και όχι λιγότερο σημαντική.
Γιατί κανένας προπονητής δεν κερδίζει τα πάντα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν καταφέρνει να διατηρεί την ομάδα του σε επίπεδο όπου η ευρωπαϊκή υπέρβαση παύει να θεωρείται ατύχημα.
Με τον Μεντιλίμπαρ, ο Ολυμπιακός έφτασε από την κατάκτηση του Conference League στο να πηγαίνει στο Άμστερνταμ και να κερδίζει τον Άγιαξ σε αγώνα Champions League.
Αυτό δείχνει αλλαγή επιπέδου προσδοκιών.
Και αυτή ίσως είναι ακόμη σημαντικότερη κληρονομιά από ένα μεμονωμένο τρόπαιο.
10. Γιατί άλλαξε το μέτρο με το οποίο κρίνουμε πλέον έναν προπονητή στην Ελλάδα
Αυτό είναι πιθανότατα το σημαντικότερο επιχείρημα από όλα.
Πριν από τον Μεντιλίμπαρ, η επιτυχία ενός προπονητή μεγάλης ελληνικής ομάδας μετριόταν κυρίως με δύο ερωτήσεις:
Πήρε το πρωτάθλημα;
Πήρε το Κύπελλο;
Η Ευρώπη ήταν συνήθως κάτι επιπλέον.
Μια καλή πορεία.
Ένας μεγάλος αποκλεισμός.
Μια αξέχαστη νίκη.
Ένα «φτάσαμε μέχρι εκεί».
Ο Μεντιλίμπαρ άλλαξε αυτή την κλίμακα.
Απέδειξε ότι ένας ελληνικός σύλλογος μπορεί να μπει σε ευρωπαϊκή διοργάνωση όχι μόνο για να πραγματοποιήσει μια αξιοπρεπή πορεία αλλά για να φτάσει μέχρι το τέλος και να σηκώσει το τρόπαιο.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο σημείο αναφοράς.
Από εδώ και πέρα, κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή πορεία ελληνικής ομάδας θα συγκρίνεται αναπόφευκτα με τον Ολυμπιακό του 2024.
Κάθε προπονητής που θα πλησιάζει έναν ευρωπαϊκό τελικό θα ακούει για τον Μεντιλίμπαρ.
Κάθε ελληνικός σύλλογος που θα βρίσκεται μπροστά σε θεωρητικά ανώτερο αντίπαλο θα θυμάται το 4-2 του Villa Park.
Αυτό σημαίνει ότι ο Μεντιλίμπαρ δεν κέρδισε απλώς τίτλους.
Μετακίνησε το ταβάνι.
Και ίσως αυτό να είναι το ισχυρότερο κριτήριο ιστορικού μεγαλείου.
Είναι λοιπόν πραγματικά ο καλύτερος που πέρασε ποτέ από την Ελλάδα;
Η απάντηση εξαρτάται φυσικά από τα κριτήρια.
Αν κάποιος θεωρεί σημαντικότερο αποκλειστικά τον αριθμό των εγχώριων πρωταθλημάτων, θα βρει άλλους υποψηφίους.
Αν μετρά τη διάρκεια μιας δυναστείας, επίσης υπάρχουν προπονητές με μεγαλύτερο βάθος χρόνου.
Αν αναζητά την επιρροή που άσκησε κάποιος σε μια ολόκληρη ποδοσφαιρική εποχή, η συζήτηση μπορεί να κρατήσει ώρες.
Αλλά αν το ερώτημα είναι:
Ποιος προπονητής πέτυχε το μεγαλύτερο μεμονωμένο επίτευγμα στην ιστορία ελληνικού συλλογικού ποδοσφαίρου και στη συνέχεια απέδειξε ότι δεν ήταν τυχαίο;
τότε η υποψηφιότητα του Μεντιλίμπαρ γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να αγνοηθεί.
Conference League.
Πρωτάθλημα.
Κύπελλο.
Super Cup.
Ιστορικές ευρωπαϊκές νίκες.
Παρουσία στα playoffs του Champions League.
Και όλα αυτά μέσα σε ένα διάστημα που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2024.
Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2026, έχοντας συμπληρώσει δύο χρόνια στον πάγκο, ο απολογισμός του στον Ολυμπιακό ήταν 70 νίκες σε 106 αγώνες, με 203 γκολ υπέρ και 89 κατά.
Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί.
Τα τρόπαια περισσότερο.
Αλλά ούτε οι αριθμοί ούτε τα τρόπαια περιγράφουν πλήρως τι έχει καταφέρει.
Γιατί πριν από τον Μεντιλίμπαρ υπήρχε πάντα μία αόρατη γραμμή ανάμεσα στο ελληνικό ποδόσφαιρο και την κορυφή μιας ευρωπαϊκής διοργάνωσης.
Ο Ολυμπιακός την πέρασε.
Και όταν έφτασε στην άλλη πλευρά, ο άνθρωπος που καθόταν στον πάγκο ήταν ένας 63χρονος τότε Βάσκος που δεν χρειαζόταν ούτε περίπλοκες δηλώσεις ούτε επικοινωνιακές υπερβολές.
Χρειαζόταν απλώς μια ομάδα που να πιστεύει στο ποδόσφαιρό του.
Το παράδοξο του Μεντιλίμπαρ
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο παράδοξο της ιστορίας του είναι ότι ο άνθρωπος που πέτυχε κάτι τόσο θεαματικό είναι ο ίδιος άνθρωπος που μοιάζει να απεχθάνεται οτιδήποτε θεαματικό γύρω από τον εαυτό του.
Ο Μεντιλίμπαρ δεν κατασκευάζει μύθο.
Δεν προσπαθεί να παρουσιάσει κάθε παιχνίδι σαν μάχη φιλοσοφιών.
Δεν χρησιμοποιεί δυσνόητη ποδοσφαιρική ορολογία για να δείξει πόσο περίπλοκο είναι αυτό που κάνει.
Βλέπει το ποδόσφαιρο πολύ πιο πρακτικά.
Η μπάλα πρέπει να πάει μπροστά.
Η ομάδα πρέπει να πιέσει.
Οι παίκτες πρέπει να τρέξουν.
Οι γραμμές πρέπει να μείνουν κοντά.
Και όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία, πρέπει να χτυπήσεις.
Ακούγεται σχεδόν υπερβολικά απλό.
Μόνο που με αυτή την «απλότητα» κατέκτησε δύο συνεχόμενα ευρωπαϊκά τρόπαια με δύο διαφορετικές ομάδες: το Europa League με τη Σεβίλλη το 2023 και το Conference League με τον Ολυμπιακό το 2024. Η UEFA είχε μάλιστα επισημάνει ότι, όταν κατέκτησε το Conference League, είχε σηκώσει δεύτερο συνεχόμενο ευρωπαϊκό τρόπαιο έχοντας προπονήσει μόλις 15 ευρωπαϊκούς αγώνες στην καριέρα του έως τότε.
Υπάρχει κάτι σχεδόν αδιανόητο σε αυτό.
Ένας προπονητής που για δεκαετίες εργαζόταν κυρίως σε ομάδες μακριά από την ευρωπαϊκή ελίτ βρήκε στα τελευταία χρόνια της καριέρας του το περιβάλλον στο οποίο μπορούσε να μετατρέψει όλη αυτή την εμπειρία σε τίτλους.
Και ο Ολυμπιακός ήταν ο μεγαλύτερος ωφελημένος.
Η ήττα δεν ακυρώνει το μεγαλείο
Για να είναι όμως σοβαρή αυτή η συζήτηση, χρειάζεται και η άλλη πλευρά.
Ο Μεντιλίμπαρ δεν είναι αήττητος.
Δεν κέρδισε το πρωτάθλημα του 2025/26.
Ο Ολυμπιακός τερμάτισε δεύτερος, έξι βαθμούς πίσω από την ΑΕΚ.
Τον Αύγουστο του 2026 αποκλείστηκε επίσης από τη NEC Nijmegen στα προκριματικά του Champions League και συνέχισε στη League Phase του Europa League.
Αυτά είναι πραγματικά δεδομένα και δεν υπάρχει κανένας λόγος να κρυφτούν.
Το αντίθετο.
Αν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε κάποιον ως κορυφαίο, δεν πρέπει να απαιτούμε να μην αποτυγχάνει ποτέ.
Πρέπει να εξετάσουμε πού βρήκε την ομάδα, πού την οδήγησε και ποιο επίπεδο καθιέρωσε ως φυσιολογικό.
Και εδώ η εικόνα είναι ξεκάθαρη.
Ο Ολυμπιακός του Μεντιλίμπαρ δεν θεωρεί επιτυχία απλώς μια καλή παρουσία στην Ευρώπη.
Έχει κατακτήσει ευρωπαϊκό τρόπαιο.
Δεν πηγαίνει σε Άμστερνταμ ή σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές έδρες με την ψυχολογία του αουτσάιντερ που ψάχνει απλώς να επιβιώσει.
Έχει αποκτήσει την πεποίθηση ότι μπορεί να κερδίσει.
Αυτό είναι αλλαγή κουλτούρας.
Και η αλλαγή κουλτούρας είναι πολύ δυσκολότερη από μία μεταγραφή ή έναν τίτλο.
Συμπέρασμα: Ο καλύτερος όλων;
Οι μεγάλες ιστορικές συγκρίσεις δεν λύνονται ποτέ οριστικά.
Και ίσως αυτό είναι που τις κάνει τόσο συναρπαστικές.
Μπορεί κάποιος να επιλέξει τον Βαλβέρδε.
Άλλος τον Μπάγεβιτς.
Άλλος έναν προπονητή διαφορετικής εποχής.
Υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα για πολλές επιλογές.
Ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ όμως διαθέτει ένα επιχείρημα που κανένας άλλος προπονητής ελληνικού συλλόγου δεν μπορεί να βάλει απέναντί του:
«Εγώ το κατέκτησα.»
Όχι «έφτασα κοντά».
Όχι «έκανα μια μεγάλη πορεία».
Όχι «απέκλεισα μία μεγάλη ομάδα».
Κατέκτησε ευρωπαϊκό τρόπαιο.
Και μετά, αντί να εξαφανιστεί πάνω στο κύμα εκείνης της επιτυχίας, έμεινε και κατέκτησε το νταμπλ.
Πρόσθεσε Super Cup.
Έζησε Champions League.
Κέρδισε στο Άμστερνταμ.
Έκανε τον Ολυμπιακό να αντιμετωπίζει την Ευρώπη με διαφορετική αυτοπεποίθηση.
Και κυρίως απέδειξε ότι στο ελληνικό ποδόσφαιρο το «μέχρι εδώ μπορούμε» δεν είναι φυσικός νόμος.
Μπορεί να αλλάξει.
Αρκεί να υπάρχει η σωστή ομάδα, οι σωστοί παίκτες και ο σωστός άνθρωπος στον πάγκο.
Γι’ αυτό, όσο κι αν η κουβέντα για τον «καλύτερο όλων των εποχών» θα παραμένει πάντοτε υποκειμενική, υπάρχει μία θέση που δύσκολα μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί:
Ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ δεν είναι απλώς ένας από τους σημαντικότερους προπονητές που πέρασαν από την Ελλάδα. Είναι ο άνθρωπος που πέτυχε κάτι που επί δεκαετίες έμοιαζε αδύνατο.
Και όταν κάποιος γράφει πρώτος ιστορία που κανένας πριν από αυτόν δεν κατάφερε να γράψει, έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικεί την πρώτη θέση.
Για εμάς, λοιπόν, η απάντηση είναι ξεκάθαρη.
Ναι. Ο Μεντιλίμπαρ είναι ο καλύτερος προπονητής που πέρασε ποτέ από την Ελλάδα.
Μέχρι, φυσικά, να εμφανιστεί κάποιος που θα καταφέρει κάτι ακόμη μεγαλύτερο.



