Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που αγαπιούνται επειδή είναι πολύ καλοί.
Υπάρχουν άλλοι που αγαπιούνται επειδή σκοράρουν.
Και υπάρχουν ελάχιστοι που αποκτούν κάτι πολύ μεγαλύτερο:
γίνονται κομμάτι της ταυτότητας μιας ομάδας.
Ο Ντέμης Νικολαΐδης ήταν ακριβώς αυτό για την ΑΕΚ.
Δεν ήταν απλώς ένας επιθετικός που έβαζε γκολ.
Ήταν ένας παίκτης που όταν έμπαινε στο γήπεδο έδινε την αίσθηση ότι καταλάβαινε ακριβώς τι ένιωθε ο κόσμος στην εξέδρα.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα σε έναν σπουδαίο ποδοσφαιριστή και σε έναν πραγματικό σύμβολο.
Δεν έμοιαζε με «κατασκευασμένο» σταρ
Ο Ντέμης είχε κάτι που δύσκολα δημιουργείται τεχνητά.
Αμεσότητα.
Δεν έδινε την αίσθηση του απόμακρου ποδοσφαιριστή.
Δεν έμοιαζε με προϊόν marketing.
Έμοιαζε με κάποιον που θα μπορούσε να βρίσκεται στην εξέδρα αν δεν ήταν μέσα στον αγωνιστικό χώρο.
Αυτό δημιουργεί έναν εντελώς διαφορετικό δεσμό με τον κόσμο.
Ο φίλαθλος δεν βλέπει απλώς έναν παίκτη.
Βλέπει κάποιον που θεωρεί «δικό του».
Και όταν ένας ποδοσφαιριστής αποκτήσει αυτή τη σχέση με μια εξέδρα, δύσκολα χάνεται.
Ήταν πολύ περισσότερο από συναίσθημα
Το λάθος θα ήταν να θεωρήσει κάποιος ότι ο Ντέμης αγαπήθηκε μόνο λόγω χαρακτήρα.
Πρώτα απ’ όλα ήταν εξαιρετικός επιθετικός.
Γρήγορος.
Έξυπνος στις κινήσεις.
Ικανός να επιτεθεί στον χώρο.
Με ένστικτο μέσα στην περιοχή.
Και κυρίως με μια μόνιμη επιθυμία να βρίσκεται μέσα στη φάση.
Δεν ήταν ο κλασικός βαρύς σέντερ φορ που περίμενε τη σέντρα.
Κινούνταν.
Τραβούσε άμυνες.
Έβγαινε έξω από την περιοχή.
Δημιουργούσε χώρους.
Και όταν η φάση έφτανε στο κρίσιμο σημείο, πολύ συχνά ήταν εκεί.
Έπαιζε κάθε παιχνίδι σαν να είχε προσωπική σημασία
Αυτό ίσως είναι το στοιχείο που θυμούνται περισσότερο οι φίλοι της ΑΕΚ.
Υπήρχε ένταση στο παιχνίδι του.
Τα ντέρμπι δεν έμοιαζαν για εκείνον με απλούς αγώνες τριών βαθμών.
Έμοιαζαν προσωπικά.
Και ο κόσμος το καταλαβαίνει αυτό αμέσως.
Ο φίλαθλος μπορεί να συγχωρήσει ένα χαμένο γκολ.
Μπορεί να συγχωρήσει μια κακή εμφάνιση.
Αυτό που δύσκολα συγχωρεί είναι να νιώθει ότι ένας παίκτης δεν καταλαβαίνει τη σημασία του αγώνα.
Με τον Ντέμη σχεδόν ποτέ δεν υπήρχε αυτή η αμφιβολία.
Το ιδιαίτερο με τον Ντέμη ήταν ότι είχε άποψη
Δεν ήταν ένας παίκτης που περιοριζόταν στο «εμείς κοιτάμε το επόμενο παιχνίδι».
Είχε προσωπικότητα.
Έπαιρνε θέση.
Έκανε πράγματα που δεν ήταν πάντα τα πιο εύκολα ή τα πιο δημοφιλή.
Και αυτό, είτε συμφωνούσες είτε διαφωνούσες μαζί του, τον έκανε ενδιαφέροντα.
Οι μεγάλοι αθλητές πολλές φορές δεν μένουν στη μνήμη μόνο για όσα έκαναν με την μπάλα.
Μένουν επειδή είχαν χαρακτήρα.
Και ο Ντέμης είχε.
Θα μπορούσε να είχε κάνει ακόμη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή καριέρα;
Πιθανότατα ναι.
Είχε την ποιότητα.
Είχε την ταχύτητα.
Είχε το ένστικτο.
Η μετακίνησή του στο εξωτερικό έδειξε ότι μπορούσε να σταθεί μακριά από την Ελλάδα.
Αλλά τελικά αυτό δεν είναι το πρώτο πράγμα που θυμάται ο κόσμος όταν ακούει το όνομά του.
Θυμάται την ΑΕΚ.
Και ίσως αυτό να λέει περισσότερα για την καριέρα του από οτιδήποτε άλλο.
Γιατί τέτοιοι παίκτες λείπουν σήμερα
Το ποδόσφαιρο έγινε περισσότερο επαγγελματικό.
Περισσότερο διεθνές.
Οι παίκτες αλλάζουν ομάδες γρηγορότερα.
Οι καριέρες σχεδιάζονται διαφορετικά.
Οι δεσμοί με τους συλλόγους γίνονται πιο δύσκολοι.
Γι’ αυτό και οι παίκτες που ταυτίζονται τόσο έντονα με μια φανέλα γίνονται όλο και πιο σπάνιοι.
Και όταν κοιτάζουμε πίσω σε περιπτώσεις σαν του Ντέμη, υπάρχει μια μορφή νοσταλγίας.
Όχι μόνο για τον ίδιο.
Αλλά για μια εποχή στην οποία υπήρχαν ακόμη ποδοσφαιριστές που μπορούσαν να γίνουν η φωνή μιας εξέδρας μέσα στο γήπεδο.
Ο Ντέμης Νικολαΐδης δεν ήταν ο καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής όλων των εποχών.
Δεν χρειάζεται να ήταν.
Για την ΑΕΚ υπήρξε κάτι διαφορετικό.
Ένας παίκτης που δεν φορούσε απλώς τη φανέλα της. Έμοιαζε να την αισθάνεται όπως εκείνοι που βρίσκονταν στις κερκίδες.
Και αυτό πολλές φορές αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε στατιστικό.



