Το τέλος ήρθε δίχως κάθαρση. Ένα 4-4 το οποίο έμοιαζε περισσότερο με παύση ανάσας παρά με τελικό σφύριγμα. Ο Μπρουκς λίγο έλειψε να γράψει τον επίλογο με πέμπτο γκολ για την Μπόρνμουθ στις καθυστερήσεις, αλλά ο Λάμενς (έστω και αργά) θυμήθηκε πως οι τερματοφύλακες υπάρχουν και για να σώζουν. Κι έτσι, το «Θέατρο των Ονείρων» έμεινε με το στόμα ανοιχτό, όχι από χαρά ή λύπη, αλλά από καθαρή αδυναμία να συλλάβει όσα είχαν προηγηθεί.
Λίγα λεπτά νωρίτερα, το παραλήρημα είχε ήδη διαδεχθεί τη σιωπή. Ο Πορτογάλος μεσοεπιθετικός Μπρούνο Φερνάντες, με φάουλ βγαλμένο από συλλογική μνήμη, και ο βραζιλιάνος επιθετικός, Ματέους Κούνια, σε μια στιγμή απόλυτου χάους, είχαν ανατρέψει τα πάντα μέσα σε δευτερόλεπτα. Το 3-3 και το 4-3 ήρθαν σαν κεραυνοί σε καθαρό ουρανό, με τις εξέδρες να εκρήγνυνται και τον Πορτογάλο προπονητή, Ρούμπεν Αμορίμ να παίζει τα τελευταία του χαρτιά, ρίχνοντας στο γήπεδο κάθε διαθέσιμο επιθετικό. Το ματς είχε γίνει ροντέο, ένα παιχνίδι δίχως δομή, χωρίς άμυνες, χωρίς λογική.
Κι όμως, ούτε αυτό ήταν το τέλος. Γιατί η Μπόρνμουθ δεν είχε καμία διάθεση να παίξει τον ρόλο του κομπάρσου. Ο Έλι Τζούνιορ Κρούπι, μπαίνοντας ως αλλαγή , πάγωσε ξανά το «Ολντ Τράφορντ» στο 84’. Το 4-4 δεν ήταν απλώς ισοφάριση· ήταν υπενθύμιση πως αυτό το βράδυ κανείς δεν δικαιούτο τη νίκη.
Αν γυρίσει κανείς λίγο πιο πίσω, θα δει τη Γιουνάιτεντ να καταρρέει αμέσως μετά την ανάπαυλα. Μέσα σε πέντε λεπτά, ο Εβανίλσον και ο Ταβερνιέ γύρισαν το ματς τούμπα, εκθέτοντας μια άμυνα η οποία έμοιαζε να αναζητά τον εαυτό της ανάμεσα σε τριάδα και τετράδα. Το 2-2 και το 2-3 δεν ήταν απλώς γκολ· ήταν συμπτώματα μιας διαρκούς αμυντικής αβεβαιότητας η οποία στοιχειώνει την σεζόν της Γιουνάιτεντ.
Κι όμως, στο ημίχρονο όλα έδειχναν υπό έλεγχο. Ο βραζιλιάνος αμυντικός χαφ , Καζεμίρο, με κεφαλιά στις καθυστερήσεις του πρώτου μέρους, είχε δώσει το προβάδισμα (2-1) έπειτα από ένα γενναιόδωρο λάθος του τερματοφύλακα, Πέτροβιτς. Είχε προηγηθεί το γρήγορο γκολ του νεαρού εξτρέμ Αμάντ και η ισοφάριση του περιζήτητου επιθετικού, Σεμένιο, σε ένα πρώτο ημίχρονο όπου οι «Κόκκινοι Διάβολοι» έχασαν ευκαιρίες και αριθμούς, αλλά όχι την ψευδαίσθηση ελέγχου.
Και στην αρχή-αρχή, υπήρχε σχέδιο. Υπήρχε στόχος. Να μειωθεί η απόσταση από την Άρσεναλ, να πλησιάσει η τετράδα, να αποκατασταθεί η τάξη. Αντ’ αυτού, προέκυψε μια αθλητική ραψωδία, ένας αγώνας ο οποίος αρνήθηκε πεισματικά να υπακούσει σε κάθε αφηγηματικό κανόνα.
Ίσως, τελικά, αυτό να ήταν το νόημά του. Όχι ποιος κέρδισε, αλλά το ότι κανείς δεν μπόρεσε να ξεχάσει.



